- ὁδηγούμενα
- ὁδηγέωleadpres part mp neut nom/voc/acc pl (attic epic doric)
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
ὁδηγουμένας — ὁδηγουμένᾱς , ὁδηγέω lead pres part mp fem acc pl (attic epic doric) ὁδηγουμένᾱς , ὁδηγέω lead pres part mp fem gen sg (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
δαντέλα — Λεπτότατο διαφανές πλέγμα από λινή, βαμβακερή, μεταξωτή ή χρυσή κλωστή. Σήμερα κατασκευάζονται δ. και από συνθετικές ίνες, νάιλον κλπ. Η λέξη δ. προέρχεται από το γαλλικό dentelle (με ετυμολογία από τη λέξη dent που σημαίνει δόντι) και… … Dictionary of Greek
κυματοδηγός — Κούφιος μεταλλικός αγωγός, στο εσωτερικό του οποίου διαδίδονται ηλεκτρομαγνητικά κύματα με μήκος κύματος της τάξης των διαστάσεων της εγκάρσιας τομής του αγωγού. Γίνεται δηλαδή λόγος για περιορισμό της διάδοσης του κύματος κατά μία ή περισσότερες … Dictionary of Greek